Πέμπτη, 7 Ιουλίου 2011

Περιμένοντας το βράδυ

Δεν ξέρω πώς, δεν ξέρω πού, δεν ξέρω πότε, όμως τα βραδιά
κάποιος κλαίει πίσω από την πόρτα
κι η μουσική είναι φίλη μας – και συχνά μέσα στον ύπνο
ακούμε τα βήματα παλιών πνιγμένων ή περνούν μες
στον καθρέφτη πρόσωπα
που τα είδαμε κάποτε σ’ ένα δρόμο η ένα παράθυρο
και ξανάρχονται επίμονα
σαν ένα άρωμα απ’ τη νιότη μας – το μέλλον είναι άγνωστο
το παρελθόν ένα αίνιγμα
η στιγμή βιαστική κι ανεξήγητη.
Οι ταξιδιώτες χάθηκαν στο βάθος
άλλους τους κράτησε για πάντα το φεγγάρι
οι καγκελόπορτες το βράδυ ανοίγουνε μ’ ένα λυγμό
οι ταχυδρόμοι ξέχασαν το δρόμο
κι η εξήγηση θα ‘ρθει κάποτε
όταν δεν θα χρειάζεται πια καμία εξήγηση
Α, πόσα ρόδα στο ηλιοβασίλεμα – τι έρωτες Θέε μου, τι ηδονές
τι όνειρα,
ας πάμε τώρα να εξαγνιστούμε μες στη λησμονιά.

Τάσος Λειβαδίτης

Πέμπτη, 19 Μαΐου 2011

Στο Τσίρκο

από μικρή ήθελα 
να δουλέψω στο τσίρκο
να ζήσω
όπως οι ακροβάτες 
στο πέταγμα από εδώ
στο πουθενά


όλη μέρα αιωρούμενη
πάντα γυμνή
χαμογελώντας στο σκοινί
που αφήνεις
στο χέρι που γλιστράει 
αλλά σε γλιτώνει 
τελευταία στιγμή


και το δίχτυ τεντωμένο
δυο μέτρα από το έδαφος
προστατεύει 
τους επισκέπτες


δεν ήμουν αρκετά 
καλλίγραμμη
ή ξέγνοιαστη
για κάτι τέτοιο


τώρα ανάμεσά τους
κοιμάμαι
έξω από τα ασπρόκουτα
τρώω ό,τι μου αφήνουν


όσο χρόνο μου αφήνουν
να σχίζω
το χώμα σε κύκλους
μέχρι το επόμενο νούμερο 


Ναταλία Κατσού 

Τετάρτη, 4 Μαΐου 2011

Άκουσες τον άντρα που αγαπάς

Άκουσες τον άντρα που αγαπάς
να μιλάει στον εαυτό του στο διπλανό δωμάτιο.
Δεν ήξερε πως άκουγες.
Κόλλησες το αυτί σου στον τοίχο,
όμως δεν μπορούσες να πιάσεις ούτε μια λέξη.
μόνο ένα γοερό μουρμουρητό.
Ήταν θυμωμένος; Έβριζε;
Ή σχολίαζε κάτι, σαν μια μακροσκελή δυσνόητη
παραπομπή σε μια σελίδα ποίησης;
Ή έψαχνε να βρει κάτι που έχασε,
τα κλειδιά του αυτοκινήτου ίσως;
Tότε ξαφνικά άρχισε να τραγουδά.
Παραξενεύτηκες 
γιατί αυτό ήταν κάτι καινούργιο,
όμως δεν άνοιξες την πόρτα, δεν μπήκες μέσα,
κι αυτός συνέχισε να τραγουδά, με τη βαθιά, φάλτσα φωνή του,
μουχλιασμένη, πράσινη, μονότονη, πυκνή σαν ρείκι.
Δεν τραγουδούσε για σένα ή σχετικά μ'εσένα.
Είχε κάποια κρυφή πηγή χαράς,
που όμως δεν σε αφορούσε --
Ήταν ένας άγνωστος, που τραγουδούσε στο δωμάτιο του, μόνος.
Γιατί αισθάνθηκες τόσο πληγωμένη τότε, και τόσο περίεργη,
και τόσο ευτυχισμένη,
αλλά και τόσο απελευθερωμένη;


Μάργκαρετ Ατγουντ

Παρασκευή, 8 Απριλίου 2011

Θέλεις να πατάς σταθερά


Θέλεις να πατάς σταθερά.

Σ’ άρεσουν οι ρηχές θάλασσες.
Σ’ αρέσει να γυρνάς τον κόσμο
Αλλά πάντα στα ρηχά.
Εμένα μ’ αρέσουν οι βαθιές θάλασσες
Κι ας μη γυρνώ τον κόσμο
Κι ας με νομίζεις κολλημένο
Στο ίδιο σημείο.
Δεν υπάρχει σύμπαν
Υπάρχουν μόνο στιγμές
Συμπαντικές στιγμές.
Αν φτάσεις στην ακινησία
Μπορείς παντού να ταξιδέψεις
Γι’ αυτό το ξέχασες που σου λέγα
Μωρό μου, κείνο το πρωινό
Δίπλα στην σκάλα πως η ζωή
Και ο θάνατος δεν είναι θέμα περιβάλλοντος.
Είναι θέμα αντοχής στην ίδια γραμμή πλεύσης.
Εγώ δεν χρειάζομαι τον κόσμο
Κακώς έχεις νομίσει.
Για μένα δεν υπάρχει κόσμος
Χρειάζομαι απλά
Να δημιουργώ κόσμους.



Νικόλας Άσιμος

Τετάρτη, 6 Απριλίου 2011

Τα παιδιά σου έκοψαν τα χέρια τους..

Τα παιδιά σου έκοψαν τα χέρια τους με γυαλί
προσπαθώντας να αγγίξουν τον αγαπημένο 
που κρυβόταν μέσα στον καθρέφτη 


Δεν το περίμενες: 
Νόμιζες ότι ήθελαν μόνο ευτυχία 
Όχι πληγές 


Νόμιζες ότι η ευτυχία 
θα εμφανιζόταν έτσι απλά, χωρίς κόπο 
ή δουλειά


σαν ένα κάλεσμα πουλιού
ή ένα λουλούδι παρτεριού
ή ένα ασημένιο ψάρι


όμως τώρα αυτοτραυματίζονται 
από έρωτα, και κλαίνε στα κρυφά
και τα χέρια σου μουδιάζουν 


γιατί δεν υπάρχει τίποτα που να μπορείς να κάνεις
γιατί δεν τους είπες να μην το κάνουν
γιατί δεν το σκέφτηκες


έπρεπε να το κάνεις 
και τώρα να 'τα όλα αυτά τα σπασμένα γυαλιά
και τα παιδιά σου στέκονται με ματωμένα χέρια 
κρατώντας στις χούφτες φεγγάρια και αντίλαλους 
όπως έκανες κι εσύ 
κάποτε


Μάργκαρετ Άτγουντ

ΜΕΛΑΓΧΟΛΙΑ ΣΙΩΠΗΛΟΥ ΔΕΝΤΡΟΥ

Συγχωρέστε μου τη λύπη στις κινήσεις
στους τρόπους και στα ρούχα

Συγχωρέστε μου την αδεξιότητα

Ένα δέντρο φερμένο απ’ τα ποτάμια ως εδώ
ένα δέντρο χτυπημένο από τους κεραυνούς
ό,τι κι αν κάνει
όσα φύλλα κι αν φορέσει
τη λύπη του δεν κρύβει

Δεν κρύβεται η νοσταλγία των χαμένων δασών
των παραμυθιών που δεν μιλήθηκαν
ή κι αν μιλήθηκαν δεν ήταν άλλοι για ν’ ακούσουν

Συγχωρέστε μου τη σιωπή των χρόνων
που κατεβάζει απόψε το νερό σε δάκρυα



Αντώνης Γκάντζης

Τρίτη, 5 Απριλίου 2011

ΤΟ ΠΑΙΔΙ ΤΡΑΥΜΑ

Το παιδί τραύμα θα σε δαγκώσει.
Το παιδί τραύμα θα γίνει ένα πλάσμα τρομερό
και θα σε δαγκώσει εκεί που στέκεσαι.

Το παιδί τραύμα θα βγάλει μια πέτσα
πάνω στην πληγή που του έδωσες
- ή που δεν έδωσες, γιατί το τραύμα
δεν είναι δώρο, ένα δώρο είναι ελεύθερα
αποδεκτό, και το παιδί δεν είχε άλλη επιλογή.

Θα βγάλει μια πέτσα πάνω στην πληγή,
το κρυμμένο τραύμα, το τραύμα κειμήλιο
που ξεσφήνωσες από σένα σαν να ήταν σφαίρα
και το φύτεψες στο κρέας του –
πέτσα τομάρι δέρμα γδαρμένο
πέτσα καμένη,
και σουβλερό δόντι ψαριού
σαν στραβό δόντι μωρού -
θα σε δαγκώσει

και θα σε πιάσει ένα κλάμα άθλιο
όπως συνηθίζεις
και θα παλέψεις
γιατί θα βγάλεις την πάλη έξω από το κουτί
με την ετικέτα «Fights» όπου φυλούσες τις μάχες
για επείγουσες ανάγκες, και αυτή είναι μια από αυτές,
και το πληγωμένο παιδί θα χάσει τον αγώνα
και θα τρικλίζει στα προάστια, και θα προκαλέσει
πανικό στα φαρμακεία και κοσμοχαλασιά
στα μπάρμπεκιου
και θα λένε Βοήθεια βοήθεια ένα τέρας
και θα μπει στις ειδήσεις

και θα κυνηγηθεί
με σκυλιά, και θ’ αφήσει ένα ίχνος
από μαλλιά, γούνα, δέρμα, και δόντια γάλακτος, και δάκρυα
εκεί που κόπηκε
από σπασμένο γυαλί
Και θα κρύβεται σε υπονόμους
σε αποθήκες εργαλείων, κάτω από θάμνους
γλείφοντας τις πληγές του, το θυμό του,
τον θυμό που του έδωσες
και θα συρθεί μέχρι το φρεάτιο

στη λιμνούλα, στο ρέμα, στη δεξαμενή
γιατί διψάει
γιατί είναι ένα τέρας
που η θυμωμένη δίψα του
μοιάζει με αγκάθια που το σκεπάζουν

και τα σκυλιά και οι κυνηγοί θα το βρουν
και θα σταθεί στην όχθη
και θα ουρλιάξει για τις αδικίες
και θα το ξεσκίσουν
και θα φάνε την καρδιά του
και όλοι θα χειροκροτούν
Δόξα τω Θεώ τέλειωσε κι αυτό!

Και το αίμα του θα κυλίσει μέσα στο νερό
και θα το πίνεις κάθε μέρα.


Μάργκαρετ Άτγουντ